άνδηρο

Έτσι ονομάζεται το τραπέζι στα τεκτονικά συμπόσια. Έχει σχήμα Π, με την κορυφή προς την ανατολή και τα δύο σκέλη προς τη δύση. Στο ά. τοποθετούνται, κατά τα συμπόσια, με τρόπο τελετουργικό(σε τέσσερις παράλληλες σειρές) τα επιτραπέζια σκεύη.
* * *
το (Α ἄδηρον)
σωρός χώματος στην άκρη ποταμού ή τάφρου, πρόχωμα
αρχ.
υπερυψωμένη μικρή έκταση σε κήπο, που χρησιμεύει για φύτεμα λουλουδιών, πρασιά.
[ΕΤΥΜΟΛ. Απαντά συνήθως στον πληθ. (τα άνδηρα). Αβέβαιης ετυμολογίας].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Φίλιπποι — Αρχαία πόλη της Μακεδονίας, ΒΔ της Καβάλας, η οποία ιδρύθηκε (με το όνομα Κρηνίδες) το 360/59 π.Χ., γνώρισε αξιόλογη ανάπτυξη στα χρόνια της μακεδονικής κυριαρχίας, έζησε και άκμασε ως ρωμαϊκή πόλη περίπου επί τρεις αιώνες, δέχτηκε πρώτη στην… …   Dictionary of Greek

  • Γουρνιά — Αρχαία πόλη της Κρήτης, στη βορειοανατολική περιοχή του νησιού, κοντά στον κόλπο του Μεραμπέλλου. Η μινωική ονομασία της Γ. παραμένει άγνωστη. Η πόλη, μακριά από τα μεγάλα ανάκτορα της εποχής, δέσποζε στον λεγόμενο Ισθμό της Ιεράπετρας, με το… …   Dictionary of Greek

  • Ελευσίνα — Πόλη (25.863 κάτ.) στην πρώην επαρχία Μεγαρίδος του νομού Αττικής. Βρίσκεται στο δυτικό άκρο του νομού, στην ακτή του Σαρωνικού κόλπου, σε απόσταση 24 χλμ. από την Αθήνα. Η πόλη καταλαμβάνει μεγάλο μέρος της ομώνυμης πεδιάδας (το αρχαίο Θριάσιο… …   Dictionary of Greek

  • Θάσος — I Μυθολογικό πρόσωπο. Ήταν γιος του Ποσειδώνα ή του βασιλιά της Φοινίκης Αγήνορα, και της Τηλέφασσας. Ενώ βρισκόταν σε αναζήτηση της Ευρώπης, ανακάλυψε τα μεταλλεία χρυσού και αργύρου του νησιού που αργότερα έφερε το όνομά του και ίδρυσε αποικία… …   Dictionary of Greek

  • Κόρινθος — Πόλη (υψόμ. 10 μ., 29.787 κάτ.) και πρωτεύουσα του νομού Κορινθίας. Βρίσκεται στον μυχό του Κορινθιακού κόλπου, στην εθνική οδό Αθηνών Πατρών, σε απόσταση 84 χλμ. από την Αθήνα. Αποτελεί έδρα του δήμου Κορινθίων. Ιδρύθηκε το 1858, όταν… …   Dictionary of Greek

  • Μουσείο, Αρχαιολογικό Ολυμπίας — Οι συστηματικές ανασκαφές στο ιερό της Ολυμπίας, τον προσφιλέστερο λατρευτικό χώρο της αρχαίας Ελλάδας, άρχισαν το 1875, από Γερμανούς αρχαιολόγους, και με ολιγόχρονες διακοπές συνεχίζονται μέχρι σήμερα. Τα πλούσια ευρήματα των ανασκαφών βρήκαν… …   Dictionary of Greek

  • Πτώον — Χαμηλό όρος (726 μ.) της Βοιωτίας, Α της Κωπαΐδας, Β της λίμνης Υλίκης. Στην αρχαιότητα ήταν περίφημο για το ιερό του Πτώου Απόλλωνα που υπήρχε εκεί, Δ της σημερινής μονής Πελαγίας. Στο ιερό, όπου υπήρχε και μαντείο, τελούνταν τα Πτώια, μουσικοί… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.